Ηχηρή παρέμβαση για την περίπτωση του Μητροπολίτη Πάφου Τυχικού έκανε ο π. Ευάγγελος Παπανικολάου, ιεραπόστολος και ιεροκήρυκας. Αφορμή στάθηκε η εικόνα του ιεράρχη —που η Ιερά Σύνοδος της Εκκλησίας της Κύπρου καθαίρεσε από τον θρόνο της Πάφου να κάθεται σε ένα σκαλί με δύο βαλίτσες, περιμένοντας το αυτοκίνητο να τον πάρει από εκεί που ζούσε 22 χρόνια, «ίσα με το χώμα».
«Πόσο χαμηλά κατέβηκες για να σηκώσεις τον αδελφό σου;» — αυτό, λέει ο π. Ευάγγελος, είναι το πραγματικό ερώτημα. Κανείς, σημειώνει, από όσους «κάθονται ψηλά» στην Εκκλησία δεν βρέθηκε να συμπαρασταθεί στον Μητροπολίτη.
Ως μέτρο σύγκρισης φέρνει τον Άγιο Λουκά τον Ιατρό (Αρχιεπίσκοπο Συμφερουπόλεως), ο οποίος «κατέβηκε κάτω-κάτω»: λειτουργούσε και χειρουργούσε ασταμάτητα, «εσπέρας και πρωί και μεσημβρία», και όλα αυτά «ήταν για τον Θεό και τον αδελφό».
Ο π. Ευάγγελος προειδοποιεί να μη μας ξεγελά η εξωτερική «τάξη» της Εκκλησίας. «Τάξη έχουν και τα νεκροταφεία», λέει· είναι καθαρά και τακτοποιημένα, «αλλά μέσα τους έχουν τον θάνατο». Επικαλούμενος τον Άγιο Παΐσιο, τονίζει: «Η εκκλησιαστική τάξη χωρίς έλεος γίνεται πέτρα — και την πέτρα, όσο κι αν τη θυμιατίζεις, πέτρα θα μείνει».
Στη συνέχεια ο λόγος πάει πιο βαθιά: «Θα δείτε επισκόπους να φοβούνται να χάσουν τον θρόνο τους. Και τότε θα έχουν χάσει κάτι πολύ μεγαλύτερο — την παρρησία τους».
Ο Μητροπολίτης Τυχικός, συνεχίζει, τα παρέδωσε όλα: «Πάρτε μπαστούνια, αυτοκίνητα, δεν με νοιάζουν· εγώ θα κρατήσω αυτά που παρέλαβα». Μπορεί, λέει, να τον αποκαλούν «γκαγκά», «κολλημένο» ή «ακοινώνητο», όμως σύμφωνα με τα βιβλία της Εκκλησίας είναι ταπεινός: παραμένει στην Εκκλησία, μεταλαμβάνει τη χάρη των Μυστηρίων και δεν διδάσκει αίρεση. Κι αν ζούσε σήμερα ο Άγιος Λουκάς, υποστηρίζει ο π. Ευάγγελος, «θα ήταν δίπλα στον Τυχικό» — γιατί και τον ίδιο τον Άγιο τον δίωξαν «οι παπάδες της επίσημης κρατικής εξουσίας», αυτοί που «τα έχουν καλά» με την εξουσία και μπορούσαν να καλέσουν την αστυνομία.
Με έντονο ύφος, ο ιεροκήρυκας θυμίζει την παρουσία «μυστικών αστυνομικών» μέσα στους ναούς σε άλλες εποχές: «Θα πηγαίνω στην εκκλησία και θα κοιτάω τον διπλανό μου, μήπως είναι μυστικός αστυνομικός;». «Να ’ρθουν ξανά οι κατακόμβες», αναφωνεί.
Καταλήγει με αιχμές για όσους ιερείς σιωπούν «για να μη στεναχωρήσουν τους ανθρώπους» και «δεν λένε την αμαρτία αμαρτία» — «κι αυτό», λέει, «είναι αμαρτία». Θυμίζει τις εντολές: ο Θεός είπε «ου μοιχεύσεις» και «ου κλέψεις» χωρίς δικαιολογίες· το ότι ο πατέρας «έκλεβε» δεν νομιμοποιεί το παιδί να γίνει κλέφτης. Όπως σημειώνει, ο Άγιος Λουκάς, μέσα από τον ίδιο τον διωγμό που υπέστη, μετέφερε την ορθόδοξη παρρησία σε όλη τη Ρωσία.
